1. Εισαγωγή στη μυκητιασική κολπίτιδα
Τα πρώτα σημάδια της μυκητιασικής λοίμωξης εκδηλώνονται συνήθως ως ένας εξαιρετικά ενοχλητικός, επίμονος κνησμός στην περιοχή του αιδοίου και του κόλπου, ο οποίος συνοδεύεται από εμφάνιση παχύρρευστων, λευκών εκκρίσεων χωρίς ιδιαίτερη οσμή. Οι αλλαγές αυτές καθιστούν τους ευαίσθητους ιστούς οιδηματώδεις και ερεθισμένους. Η αναγνώριση αυτών των αρχικών σημείων είναι θεμελιώδης, διότι επιτρέπει την άμεση και αποτελεσματική ανακούφιση προτού η φλεγμονή επεκταθεί.
Η κολπική μυκητίαση, γνωστή ιατρικά ως αιδοιοκολπική καντιντίαση, είναι μια από τις συχνότερες φλεγμονώδεις παθήσεις του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος. Η πλειοψηφία των γυναικών θα βιώσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο λοίμωξης κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ζωής. Αν και δεν αποτελεί πάθηση που απειλεί τη ζωή, η έντονη συμπτωματολογία διαταράσσει δραματικά την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής.
Παρόλο που τα συμπτώματα μοιάζουν συχνά με εκείνα άλλων κολπικών λοιμώξεων, η υποκείμενη παθοφυσιολογία διαφέρει σημαντικά. Το κλειδί για την έγκαιρη διαχείριση είναι η κατανόηση ότι αυτή η λοίμωξη δεν προέρχεται συνήθως από έναν εξωτερικό παθογόνο εισβολέα, αλλά από τη διαταραχή της ισορροπίας του εσωτερικού μικροοικοσυστήματος της περιοχής.
2. Η μικροχλωρίδα και ο μύκητας Candida
Το φυσιολογικό περιβάλλον του κόλπου φιλοξενεί μια πλούσια και περίπλοκη μικροβιακή χλωρίδα. Τα βακτήρια της οικογένειας των γαλακτοβάκιλλων κυριαρχούν σε αυτό το οικοσύστημα. Αυτά τα ωφέλιμα βακτήρια παράγουν γαλακτικό οξύ και υπεροξείδιο του υδρογόνου, διατηρώντας το pH του κόλπου όξινο. Η οξύτητα αυτή εμποδίζει την ανάπτυξη ανεπιθύμητων μικροοργανισμών.
Ο μύκητας του γένους Candida, και κυρίως το στέλεχος Candida albicans, αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας και συνυπάρχει ειρηνικά με τα βακτήρια σε μικρούς πληθυσμούς. Το ανοσοποιητικό σύστημα και το όξινο περιβάλλον συγκρατούν την υπερβολική του ανάπτυξη. Αυτή η κατάσταση απόλυτης ισορροπίας προστατεύει την υγεία της ανατομικής περιοχής.
Όταν η ισορροπία αυτή διαταραχθεί, είτε λόγω μείωσης των ωφέλιμων βακτηρίων είτε λόγω καταστολής της ανοσολογικής άμυνας, οι μύκητες βρίσκουν την ευκαιρία να πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα. Η υπερανάπτυξη αυτή ενεργοποιεί τους μηχανισμούς εισβολής, κατά τους οποίους οι μύκητες μετατρέπονται από απλούς αποικιστές σε επιθετικούς παθογόνους παράγοντες που διαπερνούν τον βλεννογόνο και προκαλούν τη φλεγμονώδη απάντηση.
3. Κνησμός και έντονος ερεθισμός
Το κυρίαρχο και πιο δυσάρεστο σύμπτωμα στην αρχή μιας μυκητιασικής λοίμωξης είναι ο έντονος κνησμός, ο οποίος εντοπίζεται στα εξωτερικά γεννητικά όργανα, τα χείλη του αιδοίου, καθώς και στο εσωτερικό του κόλπου. Ο κνησμός αυτός προκαλείται από τις τοξίνες και τα ένζυμα που απελευθερώνει ο μύκητας κατά τη διάρκεια του πολλαπλασιασμού του, τα οποία ερεθίζουν τις ευαίσθητες νευρικές απολήξεις.
Ο ασθενής συχνά αδυνατεί να αποφύγει την επιθυμία για ξεσμό (ξύσιμο), μια ενέργεια η οποία λειτουργεί απόλυτα επιβαρυντικά. Ο μηχανικός ερεθισμός του ήδη ευαισθητοποιημένου δέρματος προκαλεί μικροσκοπικές εκδορές και ρήξεις, ανοίγοντας τον δρόμο για πιθανές δευτερογενείς μικροβιακές λοιμώξεις.
Σε αρκετές περιπτώσεις, ο κνησμός εμφανίζει επιδείνωση κατά τη διάρκεια της νύχτας, διαταράσσοντας τον ύπνο, ή έπειτα από ένα ζεστό μπάνιο. Η θερμότητα και η υγρασία αυξάνουν τη ροή του αίματος στην περιοχή, γεγονός που εντείνει τη φλεγμονώδη διαδικασία και κάνει την αίσθηση της φαγούρας να μοιάζει ανυπόφορη.
4. Μεταβολές στις κολπικές εκκρίσεις
Οι αλλαγές στην όψη, την υφή και την ποσότητα των κολπικών υγρών συνιστούν το πιο χαρακτηριστικό κλινικό σημάδι. Τα φυσιολογικά κολπικά υγρά είναι συνήθως διαυγή ή ελαφρώς γαλακτώδη και ρευστά. Κατά την ανάπτυξη της καντιντίασης, οι εκκρίσεις αυξάνονται σε όγκο και αλλάζουν ριζικά μορφή.
Η τυπική μυκητιασική έκκριση περιγράφεται ως παχύρρευστη, λευκωπή και συμπαγής, με μια υφή που θυμίζει έντονα κότατζ τυρί (cottage cheese). Οι νιφάδες αυτές αποτελούνται από τεράστιες συγκεντρώσεις μυκηλιακών στοιχείων, νεκρών επιθηλιακών κυττάρων και λευκών αιμοσφαιρίων τα οποία δημιουργούνται ως αντίδραση της φλεγμονής.
Παρά την έντονη αλλαγή στη σύσταση, ένα διαφοροποιητικό στοιχείο εξαιρετικής σημασίας είναι η απουσία έντονης ή δυσάρεστης οσμής. Σε αντίθεση με άλλες κολπίτιδες, όπως η βακτηριακή κολπίνωση, η οποία συνδέεται με μια χαρακτηριστική οσμή ψαριού, τα υγρά στη μυκητίαση παραμένουν άοσμα ή έχουν μια ελαφριά οσμή μαγιάς.
5. Ερύθημα και οίδημα της περιοχής
Η ραγδαία ανάπτυξη των μυκήτων και η ισχυρή ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού προκαλούν άμεσες αλλαγές στον ιστό του αιδοίου. Η περιοχή αποκτά ένα έντονο ερυθρό χρώμα, δείγμα της τοπικής αγγειοδιαστολής. Τα αιμοφόρα αγγεία διαστέλλονται για να μεταφέρουν αμυντικά κύτταρα στο σημείο της λοίμωξης, γεγονός που ευθύνεται για την ερυθρότητα.
Συνοδεύοντας το ερύθημα, αναπτύσσεται οίδημα (πρήξιμο) στα μεγάλα και τα μικρά χείλη του αιδοίου. Το πρήξιμο αυτό μπορεί να είναι τόσο έντονο ώστε να προκαλεί αίσθημα τάσης και βάρους στην περιοχή. Η συλλογή φλεγμονωδών υγρών στους ιστούς καθιστά το δέρμα εξαιρετικά ευάλωτο στην τριβή, ακόμη και με τα εσώρουχα.
Η κλινική εξέταση επιβεβαιώνει την παρουσία αυτών των αλλαγών. Η οπτική αξιολόγηση από τον ιατρό αποκαλύπτει όχι μόνο το ερύθημα και το οίδημα, αλλά και τις χαρακτηριστικές λευκές πλάκες που σχηματίζουν οι μύκητες στα τοιχώματα του κόλπου, οι οποίες όταν αφαιρεθούν αφήνουν μια ερεθισμένη επιφάνεια.
6. Αίσθημα καύσου κατά την ούρηση (Εξωτερική δυσουρία)
Κατά τη διάρκεια μιας έντονης κολπικής λοίμωξης, ένα συχνό σύμπτωμα είναι το τσούξιμο κατά την κένωση της κύστης. Σε αντίθεση με την ουρολοίμωξη, όπου ο καύσος αφορά το εσωτερικό της ουρήθρας, στη μυκητίαση ο πόνος είναι εξωτερικός. Προκύπτει όταν τα ελαφρώς όξινα ούρα έρχονται σε επαφή με το φλεγμαίνον και ερεθισμένο δέρμα του αιδοίου.
Αυτό το σύμπτωμα ονομάζεται εξωτερική δυσουρία. Η επαφή των ούρων με τις μικροσκοπικές σχισμές και τις αμυχές, οι οποίες έχουν προκληθεί από τη λοίμωξη και τον έντονο κνησμό, λειτουργεί σαν αλάτι σε μια ανοιχτή πληγή. Προκαλεί έναν οξύ πόνο ο οποίος διαρκεί για λίγα λεπτά μετά το τέλος της ούρησης.
Η αναγνώριση αυτού του διαχωρισμού έχει τεράστια σημασία. Οι ασθενείς συχνά μπερδεύουν την κατάσταση με ουρολοίμωξη και λαμβάνουν από μόνες τους αντιβιοτικά, γεγονός το οποίο επιδεινώνει δραματικά την ανάπτυξη του μύκητα αντί να τη θεραπεύει.
7. Δυσπαρευνία (Πόνος κατά την επαφή)
Η σεξουαλική επαφή κατά τη διάρκεια μιας ενεργούς μυκητιασικής λοίμωξης μετατρέπεται από μια ευχάριστη εμπειρία σε μια εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία. Το φλεγμονώδες οίδημα στερεί από τα τοιχώματα του κόλπου τη φυσική τους ελαστικότητα και μειώνει την παραγωγή της φυσιολογικής λιπαντικής έκκρισης.
Η μηχανική τριβή στον ήδη τραυματισμένο βλεννογόνο προκαλεί έντονο αίσθημα καύσου και πόνου. Ο πόνος εντοπίζεται κυρίως στην είσοδο του κόλπου και επιμένει για αρκετές ώρες, καθιστώντας την επαφή αδύνατη. Η αποφυγή της τριβής είναι απαραίτητη για την ταχύτερη επούλωση των ιστών.
Επιπρόσθετα, παρόλο που η μυκητίαση δεν θεωρείται παραδοσιακά σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, κατά τη διάρκεια της επαφής οι μύκητες μπορούν να μεταφερθούν στον σύντροφο. Στους άνδρες, αυτό μπορεί να προκαλέσει παροδικό ερεθισμό στη βάλανο, γνωστό ως βαλανοποσθίτιδα, ο οποίος εκδηλώνεται με φαγούρα και ερυθρότητα.
8. Διαφορική διάγνωση των κολπίτιδων
Το κυριότερο πρόβλημα στην αντιμετώπιση των κολπίτιδων είναι η εσφαλμένη αυτοδιάγνωση από την πλευρά της ασθενούς. Η μυκητίαση μοιράζεται πολλά κοινά συμπτώματα με τη βακτηριακή κολπίνωση και την τριχομονάδωση.
Ο παρακάτω πίνακας αναδεικνύει τις βασικές διαφορές μεταξύ τους:
| Χαρακτηριστικό | Μυκητιασική Λοίμωξη | Βακτηριακή Κολπίνωση | Τριχομονάδωση |
|---|---|---|---|
| Σύσταση εκκρίσεων | Λευκές, παχύρρευστες (σαν κότατζ τυρί) | Γκριζόλευκες, λεπτόρρευστες | Κιτρινοπράσινες, αφρώδεις |
| Κυρίαρχο σύμπτωμα | Έντονος κνησμός, ερύθημα | Δυσοσμία | Δυσοσμία, φλεγμονή του τραχήλου |
| Οσμή εκκρίσεων | Άοσμες ή ελαφριά οσμή μαγιάς | Έντονη οσμή ψαριού | Δυσάρεστη, μουχλιασμένη οσμή |
| Επίπεδα pH | Φυσιολογικό, συνήθως < 4.5 | Αυξημένο, > 4.5 | Αυξημένο, > 5.0 |
Ο σαφής διαχωρισμός είναι εφικτός μόνο μέσω ιατρικής αξιολόγησης και εργαστηριακού ελέγχου των κολπικών υγρών, καθώς η θεραπευτική προσέγγιση είναι ριζικά διαφορετική για κάθε κατηγορία.
9. Ορμονικοί παράγοντες και προδιάθεση
Οι μεταβολές των ορμονών, και ιδιαίτερα οι διακυμάνσεις των οιστρογόνων, διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην εμφάνιση της νόσου. Τα οιστρογόνα αυξάνουν την παραγωγή γλυκογόνου από τα κύτταρα του κολπικού βλεννογόνου. Το γλυκογόνο αποτελεί την κύρια πηγή τροφής του μύκητα Candida, ευνοώντας την ραγδαία ανάπτυξή του.
Γι’ αυτό τον λόγο, οι μυκητιάσεις είναι εξαιρετικά συχνές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τα πολύ υψηλά επίπεδα οιστρογόνων κατά την κύηση δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη της καντιντίασης. Ομοίως, οι γυναίκες που λαμβάνουν αντισυλληπτικά χάπια με υψηλή περιεκτικότητα σε οιστρογόνα αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο.
Αντιθέτως, τα επεισόδια είναι πολύ σπάνια στα μικρά κορίτσια πριν την εφηβεία και στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση (εφόσον δεν λαμβάνουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης), διότι το χαμηλό επίπεδο οιστρογόνων δεν προσφέρει το κατάλληλο υπόστρωμα για τον πολλαπλασιασμό του μύκητα.
10. Η αρνητική επίδραση των αντιβιοτικών
Η λήψη αντιβιοτικών ευρέος φάσματος είναι η συχνότερη αιτία πυροδότησης μιας οξείας μυκητιασικής κολπίτιδας. Αν και τα αντιβιοτικά προορίζονται για την καταστροφή παθογόνων βακτηρίων, δεν διαθέτουν την ικανότητα να διαχωρίσουν τα επιβλαβή μικρόβια από τα ωφέλιμα της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου.
Κατά τη διάρκεια μιας αντιμικροβιακής θεραπείας (για παράδειγμα για μια λοίμωξη του αναπνευστικού), ο πληθυσμός των γαλακτοβακίλλων καταστρέφεται μαζικά. Αυτό εξαλείφει τον ανταγωνισμό στον κολπικό χώρο. Ο μύκητας Candida, ο οποίος δεν επηρεάζεται από τα αντιβιοτικά, βρίσκει ελεύθερο χώρο και άφθονη τροφή, αναπτύσσοντας επιθετική συμπεριφορά.
Η προληπτική χρήση προβιοτικών, πλούσιων σε στελέχη γαλακτοβακίλλων, κατά τη διάρκεια και μετά τη λήψη αντιβίωσης μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αναπλήρωση της χλωρίδας, αποτρέποντας σε πολλές περιπτώσεις την εμφάνιση αυτής της ενοχλητικής επιπλοκής.
11. Πότε να ζητήσετε κλινική εξέταση
Η πλειοψηφία των γυναικών αντιμετωπίζει τη λοίμωξη με εξωχρηματιστηριακά (over-the-counter) αντιμυκητιασικά φάρμακα. Ωστόσο, η ιατρική εκτίμηση είναι επιβεβλημένη σε ορισμένες καταστάσεις. Η πρώτη φορά που μια γυναίκα βιώνει τέτοια συμπτώματα απαιτεί πάντα ιατρική επιβεβαίωση, καθώς η αυτοδιάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη θεραπεία.
Η υποτροπή της νόσου αποτελεί επίσης ισχυρή ένδειξη για έλεγχο. Εάν τα συμπτώματα επανέλθουν σύντομα, δηλαδή αναπτυχθούν περισσότερα από τέσσερα επεισόδια μέσα σε έναν χρόνο, η κατάσταση περιγράφεται ως υποτροπιάζουσα καντιντίαση. Αυτό μπορεί να κρύβει ένα υποκείμενο νόσημα όπως ο αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης ή κάποια διαταραχή του ανοσοποιητικού.
Επιπλέον, η εμφάνιση άτυπων συμπτωμάτων, όπως έντονος πυελικός πόνος, εμπύρετο, ή παρουσία αίματος, αποκλείουν τη διάγνωση της απλής μυκητίασης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι επιτακτικό να αποκλειστούν σοβαρότερες λοιμώξεις όπως η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου.
12. Μέθοδοι ιατρικής διάγνωσης
Ο εξειδικευμένος ιατρός (γυναικολόγος) θέτει τη διάγνωση βασιζόμενος στην κλινική εικόνα και στη μικροσκοπική εξέταση. Κατά τη διάρκεια της κλινικής εξέτασης, λαμβάνεται δείγμα από το κολπικό υγρό με τη βοήθεια ενός βαμβακοφόρου στυλεού. Το δείγμα αυτό υποβάλλεται σε ανάλυση στο ιατρείο ή στο εργαστήριο.
Η πιο κοινή και άμεση μέθοδος είναι η άμεση μικροσκόπηση ύστερα από την προσθήκη σταγόνων υδροξειδίου του καλίου (KOH) στο δείγμα. Το διάλυμα αυτό καταστρέφει τα επιθηλιακά κύτταρα, αφήνοντας ορατά τα νημάτια και τα σπόρια του μύκητα στο μικροσκόπιο, επιβεβαιώνοντας έτσι την παρουσία του μικροοργανισμού σε μεγάλο πληθυσμό.
Σε περίπλοκες καταστάσεις, όπου τα συνήθη αντιμυκητιασικά φάρμακα δεν αποδίδουν, το δείγμα αποστέλλεται για καλλιέργεια. Η καλλιέργεια ταυτοποιεί το ακριβές είδος του μύκητα. Στελέχη όπως ο Candida glabrata παρουσιάζουν σημαντική αντοχή στις συμβατικές θεραπείες και απαιτούν ειδικά, στοχευμένα πρωτόκολλα αντιμετώπισης.
13. Προληπτικά μέτρα και κανόνες υγιεινής
Η πρόληψη αφορά κυρίως τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος το οποίο είναι αφιλόξενο για τους μύκητες. Η υγρασία και η ζέστη ευνοούν τον πολλαπλασιασμό τους. Η χρήση βαμβακερών εσωρούχων, τα οποία επιτρέπουν στο δέρμα να αναπνέει, και η αποφυγή των εξαιρετικά στενών ρούχων, προστατεύουν από τον εγκλωβισμό της υγρασίας.
Η προσωπική υγιεινή πρέπει να γίνεται με προσοχή. Το συχνό πλύσιμο του κόλπου με ισχυρά σαπούνια και οι ενδοκολπικές πλύσεις καταστρέφουν την προστατευτική μικροχλωρίδα, αφήνοντας την περιοχή απροστάτευτη. Η πλύση θα πρέπει να περιορίζεται εξωτερικά και να χρησιμοποιούνται απαλά καθαριστικά με κατάλληλο pH.
Επιπλέον, η έγκαιρη αλλαγή των βρεγμένων μαγιό τους καλοκαιρινούς μήνες και η ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα για τις διαβητικές γυναίκες, συνιστούν μερικά από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα μακροπρόθεσμης προστασίας, διασφαλίζοντας τη σταθερότητα του μικροοικοσυστήματος. Κάποιες φορές, μια γενικευμένη αδιαθεσία από μη διαγνωσμένη υποτροπιάζουσα λοίμωξη μπορεί να μοιάζει στην εκδήλωσή της με πρώτα σημάδια της ουρολοίμωξης, γεγονός που απαιτεί σωστή διαφορική διάγνωση.
14. Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
1. Μπορεί η κολπική μυκητίαση να μεταδοθεί στον σύντροφο;
Παρόλο που δεν θεωρείται παραδοσιακό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, ο μύκητας μπορεί να μεταφερθεί. Οι άνδρες σπάνια αναπτύσσουν συμπτώματα, αλλά μπορεί να εμφανίσουν ελαφρύ ερεθισμό ή κοκκινίλα. Θεραπεία απαιτείται μόνο αν ο σύντροφος έχει ενοχλήσεις.
2. Επηρεάζει η διατροφή την εμφάνιση της λοίμωξης;
Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ζάχαρης και επεξεργασμένων υδατανθράκων αυξάνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και τις εκκρίσεις, τροφοδοτώντας την ανάπτυξη των μυκήτων. Η ισορροπημένη διατροφή δρα προστατευτικά.
3. Πόσο διαρκεί η θεραπεία;
Η διάρκεια ποικίλλει από μια απλή εφάπαξ λήψη χαπιού ή εφαρμογή κρέμας έως την καθημερινή θεραπεία για διάστημα επτά ή δεκατεσσάρων ημερών, ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης.
4. Γιατί οι λοίμωξεις επιστρέφουν αμέσως μετά την περίοδο;
Το αίμα της εμμήνου ρύσεως είναι αλκαλικό και αυξάνει το pH του κόλπου, καθιστώντας το περιβάλλον λιγότερο όξινο. Η αλλαγή αυτή μπορεί να δώσει την ευκαιρία στους μύκητες να αναπτυχθούν.
5. Μπορώ να χρησιμοποιήσω ταμπόν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης;
Όχι. Τα ταμπόν απορροφούν τη φυσική υγρασία και τα κολπικά φάρμακα, καθιστώντας τη θεραπεία αναποτελεσματική. Προτιμήστε τις εξωτερικές σερβιέτες υγείας.
6. Βοηθά το γιαούρτι στην ανακούφιση του κνησμού;
Αν και το γιαούρτι περιέχει γαλακτοβάκιλλους, η τοπική του εφαρμογή δεν ενδείκνυται ως θεραπευτική προσέγγιση. Αντίθετα, μπορεί να περιέχει σάκχαρα που επιδεινώνουν το πρόβλημα.
7. Είναι ασφαλή τα αντιμυκητιασικά στην εγκυμοσύνη;
Οι τοπικές κρέμες και τα υπόθετα θεωρούνται γενικώς ασφαλή, ωστόσο η λήψη φαρμάκων από το στόμα αντενδείκνυται. Κάθε θεραπεία κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να δίνεται αποκλειστικά από ιατρό.
8. Τι είναι η υποτροπιάζουσα καντιντίαση;
Ορίζεται ως η εμφάνιση τεσσάρων ή περισσότερων τεκμηριωμένων επεισοδίων της νόσου μέσα σε χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών. Απαιτεί συνήθως μακροχρόνια, συντηρητική θεραπεία καταστολής.
9. Τα στενά ρούχα πράγματι προκαλούν το πρόβλημα;
Ναι. Τα συνθετικά, στενά εσώρουχα και τα κολάν εγκλωβίζουν τη θερμότητα και την υγρασία, δημιουργώντας το απόλυτο περιβάλλον για τον πολλαπλασιασμό των μυκήτων.
10. Μπορεί ο μύκητας να αναπτυχθεί και σε άλλα μέρη του σώματος;
Ναι. Ο μύκητας Candida μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις στη στοματική κοιλότητα, στο δέρμα κάτω από τους μαστούς ή στις πτυχές της κοιλιάς, καθώς ευδοκιμεί σε κάθε θερμό και υγρό περιβάλλον.
Βιβλιογραφία
Αποποίηση ευθύνης: Το περιεχόμενο προορίζεται για ενημέρωση και δεν αντικαθιστά ιατρική συμβουλή. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας για εξατομικευμένη θεραπεία.