Αρχική ❯ Συμπτώματα ❯ Έχω βακτηριακή κολπίτιδα ή κολπική μυκητίαση;

Έχω βακτηριακή κολπίτιδα ή κολπική μυκητίαση;

1. Εισαγωγή

Η βακτηριακή κολπίτιδα εκδηλώνεται με γκριζωπές, υδαρείς εκκρίσεις οι οποίες συνοδεύονται από μια χαρακτηριστική, έντονη οσμή ψαριού, χωρίς να προκαλεί σημαντική φαγούρα. Αντίθετα, η κολπική μυκητίαση προκαλεί βασανιστικό κνησμό και ερεθισμό στα εξωτερικά γεννητικά όργανα, με εκκρίσεις λευκές και πηχτές, οι οποίες δεν αναδίδουν καμία άσχημη μυρωδιά.

Η υγεία του κόλπου εξαρτάται από μια ευαίσθητη ισορροπία μικροοργανισμών. Αυτές οι δύο παθήσεις αποτελούν τους κυριότερους λόγους εμφάνισης κολπικών συμπτωμάτων, ευθυνόμενες για τεράστια δυσφορία. Παρότι και οι δύο αφορούν τη διαταραχή της χλωρίδας, η φύση του παθογόνου μικροοργανισμού διαφέρει εντελώς.

Η σύγχυση τους οδηγεί στην ευρεία, λανθασμένη χρήση αντιμυκητιασικών κρεμών για βακτηριακές λοιμώξεις, γεγονός που παρατείνει τα συμπτώματα, αφήνει την παθολογία αθεράπευτη και αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών γυναικολογικών επιπλοκών.

2. Το οικοσύστημα του κόλπου

Για την κατανόηση αυτών των παθήσεων, είναι απαραίτητη η γνώση του κολπικού οικοσυστήματος. Ένας υγιής κόλπος κυριαρχείται από τους γαλακτοβάκιλλους. Αυτά τα ωφέλιμα βακτήρια παράγουν γαλακτικό οξύ και υπεροξείδιο του υδρογόνου, διατηρώντας το pH του κόλπου αυστηρά όξινο (περίπου 3.8 έως 4.5).

Το όξινο αυτό περιβάλλον λειτουργεί ως μια φυσική, αδιαπέραστη ασπίδα. Εμποδίζει τον πολλαπλασιασμό των παθογόνων βακτηρίων και των μυκήτων, οι οποίοι αν και κατοικούν στον κόλπο σε μικρούς αριθμούς, δεν μπορούν να επιβιώσουν και να προκαλέσουν βλάβη σε τόσο χαμηλό pH.

Όταν αυτή η ισορροπία ανατραπεί, τα καλά βακτήρια μειώνονται και οι εχθρικοί μικροοργανισμοί αναλαμβάνουν τον έλεγχο.

3. Παθοφυσιολογία της βακτηριακής κολπίτιδας

Η βακτηριακή κολπίτιδα προκύπτει όταν οι γαλακτοβάκιλλοι μειωθούν δραματικά και τη θέση τους καταλάβουν διάφορα αναερόβια βακτήρια, με κυριότερο την Gardnerella vaginalis. Πρόκειται ουσιαστικά για μια υπερανάπτυξη κακών βακτηρίων.

Καθώς τα αναερόβια βακτήρια αυξάνονται, παράγουν συγκεκριμένες χημικές ενώσεις γνωστές ως αμίνες. Αυτές οι ενώσεις είναι υπεύθυνες για την αύξηση του pH του κόλπου, καθιστώντας το αλκαλικό (πάνω από 4.5).

Η διαδικασία αυτή δεν προκαλεί πραγματική φλεγμονή του ιστού (δεν υπάρχει δηλαδή έντονο πρήξιμο και ερυθρότητα), εξού και ο όρος βακτηριακή “κόλπωση” αντί για “κολπίτιδα” στην αυστηρή ιατρική ορολογία, αν και ο δεύτερος όρος επικρατεί.

4. Μηχανισμός της κολπικής μυκητίασης

Η μυκητίαση αποτελεί την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη ενός μύκητα (ζυμομύκητα), συνηθέστερα της Candida albicans. Ο μύκητας αυτός υπάρχει στο σώμα χωρίς να προκαλεί πρόβλημα. Όταν όμως το περιβάλλον γίνει φιλικό προς αυτόν, αυξάνεται και μετατρέπεται στην παθογόνο μορφή του.

Οι υφές του μύκητα εισχωρούν βαθιά στα επιφανειακά κύτταρα του κολπικού τοιχώματος και του αιδοίου. Αυτή η διείσδυση προκαλεί μια οξύτατη και σφοδρή φλεγμονώδη αντίδραση από το ανοσοποιητικό σύστημα.

Σε αντίθεση με τα βακτήρια, η φλεγμονή από τον μύκητα καταστρέφει τοπιικά τον ιστό, προκαλώντας ισχυρό οίδημα, ακραία ερυθρότητα και δερματικές βλάβες, ενώ το pH του κόλπου παραμένει συνήθως στο φυσιολογικό, όξινο επίπεδο.

5. Συγκριτικός Πίνακας: Κύρια Κλινικά Σημεία

Χαρακτηριστικό Βακτηριακή Κολπίτιδα Κολπική Μυκητίαση
Υφή εκκρίσεων (υγρών) Ομοιογενείς, υδαρείς (σαν γάλα) Παχιές, σβωλώδεις (σαν κομμένο τυρί)
Χρώμα εκκρίσεων Γκριζωπό ή υπόλευκο Έντονα λευκό
Οσμή Έντονη, δυσάρεστη (σαν χαλασμένο ψάρι) Άοσμη ή ελαφριά οσμή μαγιάς
Φαγούρα / Ερεθισμός Απουσιάζει ή είναι πολύ ήπια Εξαιρετικά έντονη, βασανιστική
Εικόνα αιδοίου Φυσιολογική εμφάνιση Κατακόκκινο, πρησμένο

6. Το καθοριστικό σημείο: Η οσμή

Το πιο αξιόπιστο κλινικό σημάδι της βακτηριακής κολπίτιδας είναι η άσχημη μυρωδιά. Οι αμίνες που παράγονται από τα αναερόβια βακτήρια εκλύουν μια ισχυρή, διαπεραστική μυρωδιά η οποία παρομοιάζεται χαρακτηριστικά με μυρωδιά ψαριού.

Αυτή η οσμή γίνεται συνήθως πολύ πιο έντονη αμέσως μετά τη σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη ή κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως. Αυτό συμβαίνει διότι τόσο το σπέρμα όσο και το αίμα είναι αλκαλικά υγρά. Όταν έρθουν σε επαφή με τις αμίνες, αυξάνουν δραματικά την απελευθέρωση της οσμής.

Στην κολπική μυκητίαση, οι εκκρίσεις είναι ουσιαστικά άοσμες. Η απουσία άσχημης μυρωδιάς είναι δείκτης που κατευθύνει ισχυρά τη διάγνωση προς τους μύκητες.

7. Φαγούρα και δερματικές αλλοιώσεις

Η φαγούρα είναι το βασίλειο της μυκητίασης. Ο κνησμός είναι συνεχής, εξαντλητικός και επηρεάζει κυρίως το εξωτερικό μέρος (αιδοίο) και τα χείλη.

Η περιοχή εμφανίζεται φλεγμονώδης, το δέρμα είναι κατακόκκινο και το έντονο ξύσιμο προκαλεί μικρορωγμές και αίσθημα καψίματος, ειδικά όταν πέφτουν τα ούρα πάνω στις πληγές (γεγονός που συχνά προκαλεί σύγχυση με την ουρολοίμωξη).

Η βακτηριακή κολπίτιδα, στερούμενη φλεγμονώδους χαρακτήρα, δεν πρήζει τα γεννητικά όργανα. Το αιδοίο φαίνεται απολύτως φυσιολογικό και ο κνησμός, εάν υπάρχει, είναι ελάχιστος. Η κύρια ενόχληση είναι η υγρότητα λόγω της τεράστιας ποσότητας εκκρίσεων.

8. Προδιαθεσικοί παράγοντες της κολπίτιδας

Και οι δύο καταστάσεις συνδέονται με συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η βακτηριακή κολπίτιδα αναπτύσσεται συχνά σε γυναίκες που κάνουν εσωτερικές κολπικές πλύσεις (ντους), οι οποίες ξεπλένουν τα καλά βακτήρια. Επίσης, εναλλαγή ερωτικών συντρόφων και η μη χρήση προφυλακτικού μεταβάλλουν το κολπικό μικροβίωμα.

Η μυκητίαση εμφανίζεται κλασικά αμέσως μετά τη λήψη αντιβιοτικών ευρέος φάσματος. Τα αντιβιοτικά, σκοτώνοντας τα βακτήρια, εξοντώνουν και τους ωφέλιμους γαλακτοβάκιλλους του κόλπου, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στους μύκητες.

Επιπλέον, η αυξημένη κατανάλωση ζάχαρης, η εγκυμοσύνη (λόγω οιστρογόνων) και η χρήση στενών ρούχων ευνοούν τους μύκητες.

9. Κίνδυνοι και σοβαρές επιπλοκές

Αν και η μυκητίαση είναι αφόρητη, οι επιπλοκές της είναι μηδαμινές. Δεν ανεβαίνει προς τα έσω γεννητικά όργανα και παραμένει μια επιφανειακή λοίμωξη.

Αντιθέτως, η βακτηριακή κολπίτιδα εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους. Τα παθογόνα βακτήρια διευκολύνουν την είσοδο και άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων. Εάν η λοίμωξη ανέλθει στη μήτρα και τις σάλπιγγες, προκαλεί Πυελική Φλεγμονώδη Νόσο, απειλώντας τη γονιμότητα.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η αθεράπευτη βακτηριακή κολπίτιδα αποτελεί κορυφαίο παράγοντα κινδύνου για ρήξη των μεμβρανών, πρόωρο τοκετό και λοίμωξη του αμνιακού υγρού.

10. Πότε είναι απαραίτητη η ιατρική συμβουλή

Η αυτοδιάγνωση επιτρέπεται μόνο εάν μια γυναίκα έχει ιστορικό επιβεβαιωμένης μυκητίασης και αναγνωρίζει απόλυτα τα ίδια, κλασικά συμπτώματα.

Είναι απαραίτητη η άμεση επίσκεψη στον γυναικολόγο εάν οι εκκρίσεις έχουν κίτρινο ή πράσινο χρώμα, εάν υπάρχει πόνος χαμηλά στην κοιλιά, ή εάν εμφανιστεί αιμορραγία εκτός του κύκλου της περιόδου. Αυτά τα σημάδια υποδηλώνουν λοιμώξεις από χλαμύδια, γονόρροια ή τριχομονάδες.

Οι έγκυες γυναίκες απαγορεύεται να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε θεραπεία χωρίς συνταγή και οφείλουν να ελέγχουν κάθε κολπική ενόχληση.

11. Κλινική διάγνωση στο ιατρείο

Ο γυναικολόγος διαγιγνώσκει τις παθήσεις μέσω της μικροσκοπικής εξέτασης του κολπικού υγρού. Με τη προσθήκη μιας σταγόνας υδροξειδίου του καλίου στο δείγμα (Whiff test), το υγρό της βακτηριακής κολπίτιδας απελευθερώνει αστραπιαία τη χαρακτηριστική οσμή ψαριού.

Στο μικροσκόπιο, τα κύτταρα του κόλπου φαίνονται καλυμμένα από χιλιάδες βακτήρια (clue cells), επιβεβαιώνοντας τη βακτηριακή νόσο.

Για τη μυκητίαση, η προσθήκη ειδικού υγρού αποκαλύπτει καθαρά τα σπόρια και τις υφές του μύκητα στο μικροσκόπιο. Η εξέταση του κολπικού pH αποδεικνύει την αλκαλικότητα στην κολπίτιδα και την οξύτητα στη μυκητίαση.

12. Θεραπεία της βακτηριακής κολπίτιδας

Η θεραπεία της βακτηριακής κολπίτιδας απαιτεί τη χρήση ειδικών αντιβιοτικών τα οποία στοχεύουν τα αναερόβια βακτήρια. Το πλέον διαδεδομένο είναι η μετρονιδαζόλη, η οποία χορηγείται είτε σε μορφή χαπιών από το στόμα, είτε σε μορφή κολπικής κρέμας/γέλης.

Είναι ζωτικής σημασίας η αυστηρή αποφυγή του αλκοόλ κατά τη διάρκεια λήψης της μετρονιδαζόλης, καθώς ο συνδυασμός προκαλεί σοβαρή ναυτία και εμέτους.

Η κλινική βελτίωση είναι άμεση. Η θεραπεία του ερωτικού συντρόφου δεν συνιστάται βάσει πρωτοκόλλων, καθώς δεν μειώνει τα ποσοστά υποτροπής στη γυναίκα.

13. Αντιμετώπιση της κολπικής μυκητίασης

Η μυκητίαση αντιμετωπίζεται με αντιμυκητιασικά φάρμακα, συνήθως της κατηγορίας των αζολών. Οι κρέμες και τα κολπικά υπόθετα (π.χ. κλοτριμαζόλη) ανακουφίζουν γρήγορα τη φλεγμονή και εξοντώνουν τον μύκητα μέσα σε τρεις έως επτά ημέρες.

Σε ανθεκτικές περιπτώσεις, η χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης αντιμυκητιασικού χαπιού (φλουκοναζόλη) από το στόμα προσφέρει οριστική λύση.

Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η θεραπεία της μιας πάθησης με τα φάρμακα της άλλης δεν θα επιφέρει κανένα αποτέλεσμα.

14. Πρόληψη και αποκατάσταση χλωρίδας

Για τη διατήρηση ενός υγιούς κόλπου, το πλύσιμο της ευαίσθητης περιοχής πρέπει να γίνεται αποκλειστικά εξωτερικά, με άφθονο νερό και ήπιο, μη αρωματισμένο σαπούνι. Τα εσωτερικά κολπικά ντους καταστρέφουν την άμυνα.

Τα προβιοτικά (λακτοβάκιλλοι), είτε σε μορφή από του στόματος συμπληρωμάτων είτε ως κολπικά υπόθετα, παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην αποκατάσταση της χλωρίδας μετά τη χρήση αντιβιοτικών, προλαμβάνοντας την υποτροπή των μυκήτων και των κακών βακτηρίων.

Η αποφυγή της παραμονής με βρεγμένο μαγιό και η χρήση βαμβακερών εσωρούχων ελαχιστοποιούν την υγρασία.

15. Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

1. Περνάνε αυτές οι παθήσεις στους άνδρες;

Η μυκητίαση ενδέχεται, σπάνια, να προκαλέσει ήπιο ερεθισμό ή κοκκινίλες στο πέος του συντρόφου (βαλανοποσθίτιδα), ο οποίος υποχωρεί εύκολα. Η βακτηριακή κολπίτιδα δεν μεταδίδεται στους άνδρες και δεν τους προκαλεί κανένα σύμπτωμα.

2. Μπορώ να κάνω σεξ κατά τη διάρκεια της θεραπείας;

Καλό είναι να αποφεύγεται. Η τριβή επιδεινώνει τον ερεθισμό των ιστών, καθυστερεί την επούλωση και, επιπλέον, οι κολπικές κρέμες ενδέχεται να καταστρέψουν το υλικό των προφυλακτικών (λατέξ), μειώνοντας την προστασία.

3. Γιατί παθαίνω μυκητίαση κάθε φορά που παίρνω αντιβίωση για τον λαιμό μου;

Το αντιβιοτικό κυκλοφορεί στο αίμα και φτάνει παντού, σκοτώνοντας μαζί με τα μικρόβια του λαιμού και τους προστατευτικούς γαλακτοβάκιλλους του κόλπου. Χωρίς αυτούς, οι μύκητες βρίσκουν έδαφος και πολλαπλασιάζονται άμεσα.

4. Βοηθούν τα ειδικά σαπούνια της ευαίσθητης περιοχής;

Ναι, τα ειδικά καθαριστικά με χαμηλό, όξινο pH προστατεύουν την εξωτερική περιοχή χωρίς να μεταβάλλουν τη φυσιολογική οξύτητα, σε αντίθεση με τα κοινά αφρόλουτρα σώματος τα οποία είναι πολύ αλκαλικά.

16. Βιβλιογραφία

Αποποίηση ευθύνης: Το περιεχόμενο προορίζεται για ενημέρωση και δεν αντικαθιστά ιατρική συμβουλή. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας για εξατομικευμένη θεραπεία.

Συγγραφή & Επιστημονική Επιμέλεια

Συντακτική Ομάδα Biomedica

Συγγραφή & Συλλογή Δεδομένων:
Συντακτική Ομάδα Biomedica.gr

Επιστημονικός Εκδότης (Publisher):
Γκίκας Γεώργιος

  • Πτυχιούχος Τεχνολόγος Ιατρικών Οργάνων
  • Διπλωματούχος Ομοιοπαθητικής Συμβουλευτικής PDHom (UK)
  • Πιστοποιημένο Μέλος (Affiliate - AFHom) του Faculty of Homeopathy (UK) — Φορέας υπό την Αιγίδα της Α.Μ. Βασιλιά Καρόλου Γ'