1. Εισαγωγή στις κακώσεις της ποδοκνημικής
Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε ένα διάστρεμμα και ένα κάταγμα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα φόρτισης του σκέλους, στην ακριβή ανατομική εντόπιση του πόνου πάνω στα σφυρά ή στους συνδέσμους, και στην έκταση της παραμόρφωσης. Οι διεθνείς κλινικοί κανόνες, όπως αυτοί της Οτάβα (Ottawa Ankle Rules), παρέχουν ένα εξαιρετικά αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης για την αναγκαιότητα ακτινολογικού ελέγχου.
Η άρθρωση της ποδοκνημικής υφίσταται συνεχώς τεράστια μηχανικά φορτία κατά τη βάδιση, το τρέξιμο ή τα άλματα. Όταν το πόδι γυρίζει βίαια προς τα μέσα ή προς τα έξω, το στρες στους ιστούς αυξάνεται δραματικά. Η ανησυχία για ενδεχόμενο κάταγμα αποτελεί τη συχνότερη αιτία προσέλευσης ασθενών στα ορθοπαιδικά επείγοντα περιστατικά.
Η κλινική εικόνα των δύο παθολογιών συχνά επικαλύπτεται. Ο τεράστιος πόνος, το πρήξιμο και η αδυναμία βάδισης εμφανίζονται εξίσου και στα σοβαρά διαστρέμματα των συνδέσμων και στα κατάγματα των οστών. Αυτή η ομοιότητα δημιουργεί σύγχυση και άγχος στον ασθενή.
Μέσα από την κατανόηση της ανατομίας και την παρατήρηση συγκεκριμένων κλινικών σημείων, η αρχική αναγνώριση της φύσης του τραυματισμού καθίσταται εφικτή. Αυτή η γνώση βοηθά στην εφαρμογή των σωστών πρώτων βοηθειών και στον προγραμματισμό της ιατρικής αξιολόγησης.
2. Ανατομία της άρθρωσης του αστραγάλου
Η ποδοκνημική άρθρωση σχηματίζεται από τρία οστά: την κνήμη, την περόνη και τον αστράγαλο. Η περιφερική απόληξη της κνήμης σχηματίζει το έσω σφυρό (το οστικό εξόγκωμα στην εσωτερική πλευρά), ενώ η περιφερική απόληξη της περόνης σχηματίζει το έξω σφυρό. Αυτά τα δύο σφυρά λειτουργούν σαν μια “δαγκάνα” που συγκρατεί τον αστράγαλο.
Η σταθερότητα αυτού του οστικού συμπλέγματος εξασφαλίζεται από ισχυρούς συνδέσμους. Στην εξωτερική πλευρά υπάρχει το σύμπλεγμα των έξω πλαγίων συνδέσμων (πρόσθιος αστραγαλοπερονικός, πτερνοπερονικός, οπίσθιος αστραγαλοπερονικός), οι οποίοι αντιστέκονται στην υπτιασμό του ποδιού (γύρισμα προς τα μέσα).
Στην εσωτερική πλευρά, ο ισχυρός δελτοειδής σύνδεσμος προσφέρει σταθερότητα έναντι του πρηνισμού (γύρισμα προς τα έξω). Επιπλέον, ένας ισχυρός ινώδης ιστός, η κνημοπερονιαία συνδέσμωση, συγκρατεί τα δύο οστά της κνήμης και της περόνης σφιχτά ενωμένα μεταξύ τους.
Η βλάβη σε οποιοδήποτε από αυτά τα ανατομικά στοιχεία προκαλεί άμεση δυσλειτουργία και αντανακλαστικό πόνο, ενεργοποιώντας τον φλεγμονώδη μηχανισμό επούλωσης του σώματος.
3. Παθοφυσιολογία του διαστρέμματος
Το διάστρεμμα προκαλείται όταν η άρθρωση εξαναγκάζεται σε μια κίνηση πέρα από το φυσιολογικό της εύρος, υπερβαίνοντας την ελαστικότητα των συνδέσμων. Ο συχνότερος μηχανισμός είναι η σφοδρή αναστροφή (γύρισμα του πέλματος προς τα μέσα), η οποία θέτει σε δοκιμασία τους εξωτερικούς συνδέσμους.
Οι σύνδεσμοι διατείνονται και οι ίνες τους υφίστανται ρήξη. Η σοβαρότητα ταξινομείται σε τρεις βαθμούς. Στον πρώτο βαθμό υπάρχει απλή διάταση χωρίς μακροσκοπική ρήξη ινών. Στον δεύτερο βαθμό σημειώνεται μερική ρήξη, προκαλώντας μέτρια αστάθεια.
Στο διάστρεμμα τρίτου βαθμού, ο σύνδεσμος υφίσταται πλήρη αποκοπή. Το αποτέλεσμα είναι η άμεση εγκατάσταση φλεγμονής, η υπερδυναμική ροή αίματος στην περιοχή και η εξαγγείωση αίματος στους γύρω ιστούς. Ωστόσο, η αρχιτεκτονική των οστών παραμένει απολύτως ακέραιη.
Η φλεγμονή αυτή είναι απαραίτητη για την επούλωση, καθώς φέρνει στον τραυματισμένο ιστό κύτταρα ικανά να δημιουργήσουν νέο ιστό κολλαγόνου, αποκαθιστώντας σταδιακά τη συνδεσμική σταθερότητα.
4. Μηχανισμοί και τύποι καταγμάτων
Το κάταγμα στην περιοχή περιλαμβάνει τη ρωγμή ή το σπάσιμο κάποιου από τα οστά της άρθρωσης. Όταν η ασκούμενη δύναμη κατά τη διάρκεια μιας στροφικής κίνησης είναι υπερβολικά μεγάλη, οι σύνδεσμοι ενδέχεται να μην υποχωρήσουν. Αντ’ αυτού, μεταφέρουν τεράστια τάση στο σημείο πρόσφυσής τους στο οστό (αποσπαστικό κάταγμα).
Σε περιπτώσεις πρόσκρουσης με μεγάλη ενέργεια ή πτώσης από ύψος, οι δυνάμεις συνθλίβουν τον αστράγαλο εναντίον της κνήμης ή της περόνης, οδηγώντας σε κατάγματα λόγω συμπίεσης. Ο μηχανισμός αυτός είναι συνηθισμένος σε τροχαία ατυχήματα ή σε βίαια αθλήματα.
Τα κατάγματα διακρίνονται σε μεμονωμένα (π.χ. σπάσιμο μόνο του έξω σφυρού), αμφισφύρια (όπου σπάνε ταυτόχρονα το έσω και το έξω σφυρό) και τρισφύρια. Όσο περισσότερα οστά εμπλέκονται, τόσο μεγαλύτερη είναι η αστάθεια της άρθρωσης.
Κάθε λύση της συνέχειας του οστού συνοδεύεται από αιμορραγία από τον μυελό των οστών. Τα αιχμηρά άκρα ενός οστού που έχει σπάσει προκαλούν σοβαρό τραυματισμό στα παρακείμενα μαλακά μόρια, γεγονός που εξηγεί τον πολύ οξύ χαρακτήρα του πόνου.
5. Κριτήρια αξιολόγησης και κανόνες της Οτάβα
Για τον ακριβή προσδιορισμό της αναγκαιότητας μιας ακτινογραφίας, η παγκόσμια ιατρική κοινότητα ακολουθεί τους “Κανόνες της Οτάβα”. Αυτοί οι κανόνες αποτελούν το απόλυτο εργαλείο διαφοροποίησης κατά την πρώτη αξιολόγηση.
Σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες, υποψία για κάταγμα υπάρχει εάν παρατηρείται εντοπισμένος, οξύς πόνος κατά την ψηλάφηση του οστού, στο οπίσθιο χείλος των τελευταίων έξι εκατοστών του έξω σφυρού (περόνη).
Το ίδιο ισχύει και για την εσωτερική πλευρά. Αν υπάρχει ευαισθησία στο οπίσθιο χείλος των τελευταίων έξι εκατοστών του έσω σφυρού (κνήμη), τότε οι πιθανότητες για οστική κάκωση αυξάνονται κατακόρυφα, και η ακτινογραφία είναι επιβεβλημένη.
Επιπλέον, η αδυναμία φόρτισης του άκρου αποτελεί το τρίτο κρίσιμο κριτήριο, το οποίο ελέγχεται στην κλινική πράξη, αποτρέποντας την άσκοπη έκθεση σε ακτινοβολία σε περιπτώσεις απλών συνδεσμικών κακώσεων.
6. Αξιολόγηση του πόνου και της ευαισθησίας
Ο χαρακτήρας του πόνου διαφέρει μεταξύ των δύο παθολογιών. Στο σοβαρό διάστρεμμα, ο πόνος εντοπίζεται μπροστά και κάτω από το εξωτερικό οστικό εξόγκωμα, ακριβώς στην περιοχή όπου βρίσκεται ο πρόσθιος αστραγαλοπερονικός σύνδεσμος.
Σε περίπτωση οστικής κάκωσης, ο πόνος εντοπίζεται στο ίδιο το οστό. Η ελαφριά πίεση πάνω στο σφυρό προκαλεί αναπάντεχα οξύ, διαξιφιστικό άλγος, το οποίο δεν μπορεί να συγκριθεί με τον πόνο των μαλακών μορίων.
Η έμμεση πρόκληση πόνου προσφέρει ένα επιπλέον στοιχείο. Εάν ασκηθεί συμπίεση στην κνήμη και στην περόνη στο μέσον της γάμπας, μακριά από τον αστράγαλο, και ο ασθενής νιώσει πόνο χαμηλά στην άρθρωση, αυτό υποδεικνύει μεταφορά δυνάμεων σε ένα οστό που έχει σπάσει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα μικρό, τριχοειδές κάταγμα δημιουργεί αρχικά παρόμοιο πόνο με ένα απλό διάστρεμμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επιμονή του πόνου κατά τις επόμενες ημέρες αποκαλύπτει τη φύση του προβλήματος.
7. Εκτίμηση του οιδήματος και των εκχυμώσεων
Το πρήξιμο γύρω από την άρθρωση αποτελεί το κοινό αποτέλεσμα της φλεγμονώδους διαδικασίας, ανεξάρτητα από την αιτία. Ωστόσο, η ταχύτητα εμφάνισης παρέχει ενδείξεις. Σε ένα κάταγμα, το οίδημα εγκαθίσταται σχεδόν αμέσως και διογκώνει την περιοχή σημαντικά, λόγω της αιμορραγίας του οστού.
Οι εκχυμώσεις (μελανιές) εμφανίζονται και στις δύο περιπτώσεις, καθώς αίμα από τα αγγεία ή το οστό διαφεύγει κάτω από το δέρμα. Στα διαστρέμματα, η μελανιά συνήθως κατεβαίνει προς τις παρυφές του πέλματος και τα δάχτυλα τις επόμενες ημέρες.
Μια σοβαρή και άμεση παραμόρφωση της ανατομίας, όπου το πόδι δείχνει να βρίσκεται σε αφύσικη γωνία σε σχέση με την κνήμη, συνιστά αναμφισβήτητη απόδειξη πως ένα από τα οστά έχει σπάσει και έχει υποστεί παρεκτόπιση (κάταγμα – εξάρθρημα).
Η παρουσία φυσαλίδων γεμάτων με ορό ή αίμα πάνω στο δέρμα (φλύκταινες) λίγες ώρες μετά τον τραυματισμό αποτελεί σημάδι μαζικής κάκωσης των υποδόριων ιστών και συναντάται σχεδόν αποκλειστικά σε σοβαρά κατάγματα με μεγάλη εσωτερική αιμορραγία.
8. Δυνατότητα φόρτισης του άκρου
Η ικανότητα του ασθενούς να ρίξει βάρος στο τραυματισμένο σκέλος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διαγνωστικά κριτήρια. Σύμφωνα με τους ιατρικούς κανόνες, ζητείται από τον ασθενή να κάνει τέσσερα βήματα.
Εάν ο ασθενής αδυνατεί παντελώς να κάνει αυτά τα τέσσερα βήματα, τόσο αμέσως μετά τον τραυματισμό όσο και κατά την άφιξη στο νοσοκομείο, η πιθανότητα οστικής βλάβης είναι εξαιρετικά υψηλή. Η ακεραιότητα των οστών έχει χαθεί και η μηχανική στήριξη είναι αδύνατη.
Στα ελαφρά και μεσαίου βαθμού διαστρέμματα, ο ασθενής καταφέρνει συνήθως να περπατήσει κουτσαίνοντας. Ο πόνος είναι έντονος, αλλά η μηχανική κατασκευή της άρθρωσης μπορεί να υποστηρίξει το σώμα με προσεκτικά βήματα.
Υπάρχει μια εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα: το σοβαρό διάστρεμμα τρίτου βαθμού, όπου όλοι οι σύνδεσμοι έχουν κοπεί, καθιστά επίσης το πόδι αδύναμο να σηκώσει βάρος λόγω της ακραίας χαλαρότητας. Εδώ, μόνο η ακτινογραφία θα δώσει την τελική απάντηση.
| Χαρακτηριστικό | Διάστρεμμα (Ρήξη Συνδέσμων) | Κάταγμα Ποδοκνημικής |
|---|---|---|
| Εντόπιση Ευαισθησίας | Μαλακά μόρια, κάτω και μπροστά από το σφυρό. | Απευθείας πάνω στο οστό (στο οπίσθιο χείλος των σφυρών). |
| Βάδιση (Φόρτιση) | Δυνατή με χωλότητα (στα περισσότερα). | Αδύνατη, οξύς πόνος κατά την προσπάθεια. |
| Παραμόρφωση Σχήματος | Οίδημα, διατήρηση του οστικού άξονα. | Συχνή παραμόρφωση και αφύσικη γωνία της άρθρωσης. |
9. Σημεία που υποδεικνύουν την ανάγκη για επείγουσα φροντίδα
Πέραν της αδυναμίας βάδισης και του έντονου πόνου, ορισμένες ενδείξεις επιβάλλουν την άμεση και ταχύτατη μεταφορά του ασθενούς στα επείγοντα περιστατικά για ορθοπαιδική και αγγειοχειρουργική εκτίμηση.
Η αλλαγή στο χρώμα του δέρματος στα δάχτυλα του ποδιού, το οποίο γίνεται ωχρό, κυανό ή κρύο, υποδηλώνει ότι η τραυματισμένη άρθρωση (συνήθως μετά από παρεκτοπισμένο κάταγμα) πιέζει ή έχει τραυματίσει μια βασική αρτηρία του ποδιού.
Η αίσθηση μουδιάσματος, μυρμηγκιάσματος ή η πλήρης απώλεια της αισθητικότητας στην επιφάνεια του πέλματος αποτελεί ισχυρό σημάδι κάκωσης ενός μεγάλου νεύρου που διέρχεται από την περιοχή.
Ένα ανοιχτό τραύμα στην περιοχή του αστραγάλου, από το οποίο φαίνεται τμήμα του οστού (ανοιχτό κάταγμα), συνιστά απόλυτη χειρουργική επειγουσότητα προκειμένου να αποτραπεί η σοβαρή λοίμωξη των οστών και των ιστών (οστεομυελίτιδα).
10. Κλινική εξέταση και ψηλάφηση
Κατά την ιατρική εξέταση, ο ιατρός προχωρά στην επισκόπηση και την ψηλάφηση της περιοχής. Εξετάζει σχολαστικά όλα τα σημεία που προβλέπουν οι κανόνες της Οτάβα, ψηλαφώντας όχι μόνο τον αστράγαλο, αλλά και τη βάση του πέμπτου μεταταρσίου στο πέλμα.
Μια κοινή παγίδα είναι η κάκωση ψηλά στην περόνη, κοντά στο γόνατο, η οποία συνοδεύει συχνά ένα βαρύ διάστρεμμα του αστραγάλου. Ο ιατρός οφείλει να ψηλαφήσει ολόκληρη τη γάμπα για να αποκλείσει αυτή την κατάσταση (κάταγμα Maisonneuve).
Η δοκιμασία του πρόσθιου συρταριού αποτελεί βασικό εργαλείο. Ο ιατρός σταθεροποιεί την κνήμη και τραβάει τον αστράγαλο προς τα εμπρός. Αν το πόδι μετακινηθεί υπερβολικά, επιβεβαιώνεται η ρήξη του πρόσθιου αστραγαλοπερονικού συνδέσμου.
Ο έλεγχος του τριχοειδικού χρόνου επαναπλήρωσης, πιέζοντας το νύχι στο μεγάλο δάχτυλο, διασφαλίζει την επαρκή αιμάτωση του περιφερικού άκρου παρά το οίδημα της περιοχής.
11. Ακτινολογικός έλεγχος
Εφόσον η κλινική εικόνα συμφωνεί με τα κριτήρια, πραγματοποιείται ακτινογραφία. Λαμβάνονται υποχρεωτικά τρεις λήψεις της ποδοκνημικής: μια προσθιοπίσθια, μια πλάγια και μια λήψη με το πόδι σε ελαφρά έσω στροφή.
Οι λήψεις αυτές εξασφαλίζουν την απεικόνιση όλων των τμημάτων της άρθρωσης χωρίς το ένα οστό να κρύβει το άλλο. Η ανάλυση αυτών των εικόνων αποκαλύπτει τις γραμμές καταγμάτων, την απόσταση μεταξύ των οστών και τις οστικές αποσπάσεις.
Σε περιπτώσεις σύνθετων καταγμάτων, όπου απαιτείται χειρουργική διόρθωση, η αξονική τομογραφία (CT) παρέχει μια λεπτομερή τρισδιάστατη εικόνα. Βοηθά τον χειρουργό να σχεδιάσει ακριβώς τη θέση των υλικών οστεοσύνθεσης.
Η μαγνητική τομογραφία (MRI) δεν χρησιμοποιείται στην οξεία φάση, αλλά αποδεικνύεται πολύτιμη μήνες μετά, όταν ένα διάστρεμμα δεν επουλώνεται και χρειάζεται να απεικονιστούν οι σύνδεσμοι και ο αρθρικός χόνδρος.
12. Πρωτόκολλο αντιμετώπισης μαλακών μορίων
Η άμεση διαχείριση ενός διαστρέμματος υπαγορεύεται από τις αρχές P.R.I.C.E. (Προστασία, Ανάπαυση, Πάγος, Συμπίεση, Ανύψωση). Στόχος είναι ο έλεγχος της φλεγμονώδους αντίδρασης και η ελαχιστοποίηση του πρηξίματος τις πρώτες ημέρες.
Η εφαρμογή πάγου (μέσω πετσέτας, ποτέ απευθείας στο δέρμα) προκαλεί αγγειοσύσπαση και μειώνει τον πόνο. Η ελαστική επίδεση αποτρέπει την περαιτέρω συσσώρευση υγρού στον εξωκυττάριο χώρο. Η ανύψωση του ποδιού διευκολύνει τη φλεβική επιστροφή του αίματος.
Η λειτουργική υποστήριξη με ειδικούς λειτουργικούς νάρθηκες (επιστραγαλίδες με πλαστικά στηρίγματα) προτιμάται από τον αυστηρό γύψο στα διαστρέμματα. Επιτρέπουν την προσεκτική κάμψη του ποδιού, αλλά εμποδίζουν τις πλάγιες, επικίνδυνες κινήσεις.
Η πρώιμη, ελεγχόμενη κινητοποίηση και οι ασκήσεις ιδιοδεκτικότητας διεγείρουν τους επουλωτικούς μηχανισμούς και προλαμβάνουν τη χρόνια αστάθεια της άρθρωσης.
13. Ακινητοποίηση και διαχείριση καταγμάτων
Η αντιμετώπιση του σπασμένου οστού εξαρτάται από τον βαθμό παρεκτόπισης, δηλαδή το πόσο έχουν απομακρυνθεί τα σπασμένα άκρα μεταξύ τους. Τα ρωγμώδη, χωρίς παρεκτόπιση κατάγματα, αντιμετωπίζονται συντηρητικά.
Το πόδι τοποθετείται σε γύψινο νάρθηκα ή σε ειδική ορθοπαιδική μπότα (walker boot) για τέσσερις έως έξι εβδομάδες. Ο ασθενής περπατά με πατερίτσες, αποφεύγοντας αυστηρά να πατήσει το πόδι του κατά τις πρώτες εβδομάδες της πώρωσης.
Όταν τα οστά έχουν μετακινηθεί και δεν εφαρμόζουν σωστά μεταξύ τους, απαιτείται χειρουργική παρέμβαση (ανοιχτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση). Ο χειρουργός επαναφέρει τα οστά στην ανατομική τους θέση και τα σταθεροποιεί με μεταλλικές πλάκες και βίδες.
Αυτή η ανατομική ανάταξη είναι κρίσιμη για την ποδοκνημική. Ακόμη και μετατόπιση ενός χιλιοστού αλλάζει τη μηχανική κατανομή του βάρους στην άρθρωση, οδηγώντας σε πρώιμη, σοβαρή μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα.
14. Προγνωστικοί παράγοντες και αποκατάσταση
Η φυσικοθεραπεία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην πλήρη αποκατάσταση της λειτουργικότητας του ποδιού, ανεξάρτητα από την αρχική πάθηση. Χωρίς σωστή κινησιοθεραπεία, η άρθρωση παραμένει άκαμπτη.
Η αποκατάσταση επικεντρώνεται στην αύξηση του εύρους της κίνησης, στην ενδυνάμωση των περονιαίων μυών και στην επανεκπαίδευση της ισορροπίας. Ειδικοί δίσκοι ισορροπίας χρησιμοποιούνται για την επανασύνδεση του νευρομυϊκού ελέγχου.
Τα ελαφρά διαστρέμματα επουλώνονται πλήρως σε δύο έως τρεις εβδομάδες. Αντιθέτως, η επιστροφή σε πλήρεις αθλητικές δραστηριότητες μετά από ένα χειρουργημένο κάταγμα απαιτεί συνήθως τέσσερις έως έξι μήνες.
Η πρόληψη υποτροπών βασίζεται στη χρήση κατάλληλων υποδημάτων, στην εκγύμναση και, εάν κριθεί απαραίτητο, στη χρήση προστατευτικού εξοπλισμού (taping) κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου.
15. Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
1. Τι πρέπει να κοιτάξω πρώτα μετά από ένα στραμπούληγμα;
Η ικανότητα να περπατήσετε τέσσερα βήματα (έστω και κουτσαίνοντας) και η ακριβής θέση του πόνου (πάνω στο οστό ή πιο κάτω στα μαλακά μόρια) είναι οι πρώτες ενδείξεις.
2. Πρέπει να πάω για ακτινογραφία οπωσδήποτε;
Όχι πάντα. Σύμφωνα με τους κανόνες της Οτάβα, αν περπατάτε χωρίς να πονάτε στα οστικά σημεία των σφυρών, η πιθανότητα οστικής βλάβης είναι ελάχιστη.
3. Το μεγάλο πρήξιμο σημαίνει ότι έσπασε το πόδι μου;
Όχι απαραίτητα. Τα σοβαρά διαστρέμματα (ρήξη 3ου βαθμού) προκαλούν εξίσου δραματικό οίδημα και μελανιές όπως ακριβώς και μια ρωγμή στο οστό.
4. Αν μπορώ να κουνήσω τα δάχτυλα, σημαίνει ότι δεν έχω κάταγμα;
Αυτός είναι ένας επικίνδυνος μύθος. Η κίνηση των δακτύλων ελέγχεται από μύες που βρίσκονται ψηλά στη γάμπα. Μπορεί να έχετε σπάσει τον αστράγαλο και τα δάχτυλα να κινούνται φυσιολογικά.
5. Πόσες μέρες πρέπει να βάζω πάγο;
Ο πάγος ενδείκνυται για τα πρώτα 48 έως 72 ωρα από τον τραυματισμό, ανά δίωρο για 15 λεπτά, για τον έλεγχο της αρχικής φλεγμονής.
6. Είναι προτιμότερος ο γύψος ή η ελαστική επιστραγαλίδα στο διάστρεμμα;
Η σύγχρονη ιατρική προτιμά τους λειτουργικούς νάρθηκες και την επίδεση από τον σκληρό γύψο, καθώς η πρώιμη κινητοποίηση προάγει την καλύτερη επούλωση των ινών.
7. Πότε απαιτείται χειρουργείο μετά από κάταγμα;
Όταν τα σπασμένα οστά έχουν απομακρυνθεί ή έχουν χάσει την ευθυγράμμισή τους, γεγονός που δημιουργεί αστάθεια και απειλεί με μελλοντική αρθρίτιδα.
8. Πότε θα μπορέσω να περπατήσω ξανά φυσιολογικά;
Ένα απλό διάστρεμμα χρειάζεται 2-3 εβδομάδες. Ένα κάταγμα, είτε μπει σε γύψο είτε χειρουργηθεί, απαιτεί περίπου 6 εβδομάδες αποφόρτισης πριν την έναρξη πλήρους βάδισης.
9. Πρέπει να κοιμάμαι με το πόδι ψηλά;
Ναι, η ανύψωση του σκέλους πάνω από το επίπεδο της καρδιάς κατά τις πρώτες ημέρες είναι ζωτικής σημασίας για την υποχώρηση του οιδήματος.
10. Πότε πρέπει να ζητήσω επείγουσα βοήθεια;
Εάν το πόδι έχει παραμορφωθεί οπτικά (αφύσικη γωνία), εάν το δέρμα έχει ανοίξει, εάν τα δάχτυλα κρυώσουν και αλλάξουν χρώμα, ή εάν νιώθετε μούδιασμα.
16. Βιβλιογραφία
Αποποίηση ευθύνης: Το περιεχόμενο προορίζεται για ενημέρωση και δεν αντικαθιστά ιατρική συμβουλή. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας για εξατομικευμένη θεραπεία.

