1. Εισαγωγή: Η βιολογία των δακρύων και το σωματικό “κρασάρισμα”
Η αίσθηση της απόλυτης σωματικής εξάντλησης, η μυϊκή αδυναμία, ο πονοκέφαλος και το πνευματικό άδειασμα (brain fog) που ακολουθούν μια έντονη κρίση κλάματος δεν αποτελούν απλώς ψυχολογική κόπωση, αλλά το αποτέλεσμα μιας ακραίας και εξαντλητικής φυσιολογικής διεργασίας. Το έντονο κλάμα προκαλείται συνήθως από σοβαρό στρες ή βαθύ συναισθηματικό πόνο, καταστάσεις που πυροδοτούν τη μέγιστη λειτουργία του συμπαθητικού νευρικού συστήματος (αντίδραση “πάλης ή φυγής”). Το σώμα απελευθερώνει μαζικά αδρεναλίνη και κορτιζόλη, αυξάνοντας τον καρδιακό ρυθμό και δημιουργώντας έντονο μυϊκό σπασμό.
Μόλις το κλάμα ολοκληρώσει τον φυσικό του κύκλο (ο οποίος λειτουργεί ως εργαλείο αυτοκαταπράυνσης και κάθαρσης), ο εγκέφαλος εκκρίνει φυσικά οπιοειδή (ενδορφίνες) και οξυτοκίνη για να σταματήσει τον πόνο. Αυτό αλλάζει βίαια την ηγεσία του νευρικού συστήματος από τη διέγερση στην καταστολή (παρασυμπαθητικό σύστημα).
Η χημική αυτή μετατόπιση μοιάζει οργανικά με το φαινόμενο της απεξάρτησης (withdrawal) από μια έκρηξη αδρεναλίνης. Σε συνδυασμό με την τεράστια μυϊκή προσπάθεια που απαιτεί το λυγμικό κλάμα, την ακανόνιστη αναπνοή (υπεραερισμός) και τη δραματική απώλεια υγρών (δάκρυα και εφίδρωση), ο οργανισμός περιέρχεται σε κατάσταση ολικού ενεργειακού “κενού”.
Η εξάντληση (η οποία βιώνεται ως βαθιά ανάγκη για ύπνο) είναι ο αμυντικός μηχανισμός του σώματος που επιβάλλει τη διακοπή κάθε δραστηριότητας, ώστε να μπορέσει να επιδιορθώσει το νευρικό σύστημα και να επαναφέρει την ομοιόσταση (βιοχημική ισορροπία) έπειτα από μια τόσο βίαιη αναταραχή.
2. Συναισθηματικά Δάκρυα: Ένας μοναδικός μηχανισμός
Υπάρχουν τρία είδη δακρύων: τα βασικά (που λιπαίνουν το μάτι), τα αντανακλαστικά (π.χ. όταν καθαρίζουμε κρεμμύδια) και τα συναισθηματικά δάκρυα (psychogenic tears). Το ανθρώπινο είδος είναι το μόνο που παράγει δάκρυα λόγω συναισθηματικής φόρτισης.
Η χημική σύσταση των συναισθηματικών δακρύων είναι εντυπωσιακά διαφορετική από τα άλλα δύο. Μελέτες υποδεικνύουν ότι αυτά τα δάκρυα περιέχουν υψηλότερες ποσότητες πρωτεϊνών, μαγγανίου (το οποίο σχετίζεται με τη διάθεση), προλακτίνης και, το κυριότερο, ACTH (αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη).
Η ACTH είναι μια ορμόνη που παράγεται υπό συνθήκες ακραίου στρες και αποτελεί τον πρόδρομο της κορτιζόλης. Το σώμα χρησιμοποιεί την κυριολεκτική έκκριση υγρών (δάκρυα) ως φυσική βαλβίδα αποσυμπίεσης (excretion mechanism) για να αποβάλει από το σύστημα τις τοξικές χημικές ουσίες του στρες.
Αυτή η προσπάθεια αποτοξίνωσης του εγκεφάλου, όσο ευεργετική κι αν είναι, είναι μια δραστήρια, ενεργοβόρα διαδικασία. Ο οργανισμός εργάζεται στο παρασκήνιο για να επαναφέρει την ισορροπία των υγρών και των ορμονών, μια προσπάθεια που αποστραγγίζει τη σωματική σας ενέργεια.
3. Η έκρηξη του Συμπαθητικού Συστήματος (Fight or Flight)
Πριν καν αρχίσει η ροή των δακρύων, το σώμα έχει ήδη εισέλθει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης (Fight or Flight). Ο συναισθηματικός πόνος ή η θλίψη καταγράφεται από την αμυγδαλή του εγκεφάλου ως πραγματική σωματική απειλή.
Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα στέλνει αμέσως σήματα στα επινεφρίδια να απελευθερώσουν κορτιζόλη (στρες) και αδρεναλίνη (επινεφρίνη). Αυτό οδηγεί σε ακαριαίες φυσιολογικές αλλαγές: ο καρδιακός ρυθμός εκτοξεύεται (ταχυκαρδία), η αρτηριακή πίεση ανεβαίνει, η αναπνοή γίνεται γρήγορη και ρηχή, και οι μύες (ειδικά σε λαιμό και θώρακα) σφίγγουν σαν “πέτρα”.
Η κατάσταση αυτή (hyperarousal) επιτρέπει στο σώμα να επιβιώσει, αλλά έχει ένα τεράστιο τίμημα. Ο εγκέφαλος καίει μαζικά γλυκόζη και οξειδώνει ενέργεια. Το σώμα σας συμπεριφέρεται χημικά και μυϊκά σαν να παλεύει να ξεφύγει από ένα άγριο ζώο.
Αυτός ο ακραίος “συναγερμός” δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολλή ώρα χωρίς να προκαλέσει βλάβη. Μόλις το ερέθισμα (ή το κλάμα) περάσει, το σώμα πέφτει σε μια κατάσταση οξείας “παύσης” (adrenal fatigue / crash).
4. Η μυϊκή προσπάθεια του λυγμικού κλάματος
Πέρα από τα δάκρυα, ένα έντονο κλάμα (λύγμισμα – sobbing) είναι μια πραγματική “καρδιοαναπνευστική άσκηση”. Όταν κάποιος κλαίει με λυγμούς, εμπλέκει μεγάλες μυϊκές ομάδες, με κύριο “πρωταγωνιστή” το διάφραγμα και τους μεσοπλεύριους μύες.
Οι λυγμοί είναι ταχύτατοι, σπασμωδικοί ρυθμοί σύσπασης του θωρακικού τοιχώματος και του διαφράγματος. Ο λαιμός σφίγγεται (ο αίσθημα του “κόμπου” στον λαιμό προκαλείται από τον σπασμό του μυός της γλωττίδας). Οι μύες του προσώπου, οι σιαγόνες και οι ώμοι βρίσκονται σε ισομετρική σύσπαση καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης.
Όταν η κρίση του κλάματος σταματά (και η αδρεναλίνη υποχωρεί), οι μύες αυτοί παθαίνουν αυτό που παθαίνουν μετά από μια έντονη προπόνηση. Συσσωρεύουν γαλακτικό οξύ (το οποίο προκαλεί πόνο) και χάνουν τον τόνο τους.
Αυτός είναι ο λόγος που νιώθετε τα άκρα σας βαριά σαν μολύβι, τους ώμους σας “πεσμένους” και τον αυχένα σας “πιασμένο”, ακριβώς επειδή το σώμα σας μόλις ολοκλήρωσε έναν μαραθώνιο ισομετρικής, νευρικής σύσπασης.
5. Αναπνευστική Αλκάλωση και Υπεραερισμός
Η αναπνοή κατά τη διάρκεια ενός έντονου κλάματος δεν είναι ποτέ ομαλή. Το άτομο παίρνει συχνές, κοφτές και ρηχές αναπνοές (υπεραερισμός – hyperventilation) ενώ ταυτόχρονα “κρατάει” τον αέρα για κλάσματα δευτερολέπτου ανάμεσα στους λυγμούς.
Αυτός ο υπεραερισμός οδηγεί σε υπερβολική αποβολή του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) από τους πνεύμονες, οδηγώντας σε υποκαπνία (μειωμένα επίπεδα CO2 στο αίμα).
Η μείωση του CO2 μεταβάλλει το pH του αίματος, καθιστώντας το ελαφρώς πιο αλκαλικό (αναπνευστική αλκάλωση). Η αλκαλοποίηση αυτή προκαλεί την άμεση στένωση των αιμοφόρων αγγείων στον εγκέφαλο, μειώνοντας την αιμάτωση του εγκεφαλικού φλοιού.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χαρακτηριστική ζαλάδα (ελαφρύ κεφάλι), τα μουδιάσματα στα χείλη ή στα δάχτυλα, και το αίσθημα “κενού”, αφήνοντας τον εγκέφαλο να νιώθει εντελώς θολωμένος (brain fog) αφού σταματήσουν τα δάκρυα.
6. Η δράση των Ενδορφινών (Το φυσικό παυσίπονο)
Το κλάμα, παρά τον πόνο, αποτελεί έναν μηχανισμό καταπράυνσης (self-soothing behavior). Καθώς το κλάμα προχωρά, το σώμα φτάνει σε ένα σημείο καμπής. Η υπόφυση και ο υποθάλαμος αρχίζουν να εκκρίνουν ενδορφίνες και οξυτοκίνη (την ορμόνη της αγάπης και της ανακούφισης).
Οι ενδορφίνες (τα ενδογενή οπιοειδή του σώματος) λειτουργούν ακριβώς όπως τα ισχυρά αναλγητικά (π.χ. η μορφίνη). Μπλοκάρουν τους υποδοχείς πόνου στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν ένα αίσθημα συναισθηματικού “μουδιάσματος”.
Η οξυτοκίνη από την άλλη πλευρά προκαλεί μια βαθιά αίσθηση ασφάλειας και ηρεμίας. Η ταυτόχρονη έκκριση αυτών των δύο ουσιών αντιστρέφει το στρες και ενεργοποιεί βίαια το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα (rest and digest).
Αυτή η “πλημμύρα” (rush) ενδορφινών δρα ναρκωτικά. Όπως μετά την υποχώρηση της δράσης ενός ισχυρού φαρμάκου, αφήνει πίσω της μια αίσθηση βαθιάς αποχαύνωσης και “νύστας” (lethargy), η οποία συχνά οδηγεί τον άνθρωπο κατευθείαν στον ύπνο, ως τη μόνη λύση.
7. Ο Πονοκέφαλος του Κλάματος (Tension & Sinus)
Δεν υπάρχει σχεδόν καμία περίπτωση έντονου κλάματος που να μην ακολουθείται από πονοκέφαλο, ο οποίος συμβάλλει δραστικά στην αίσθηση της πλήρους εξάντλησης και ανικανότητας.
Ο πονοκέφαλος αυτός είναι πολυπαραγοντικός. Πρώτον, είναι πρωτογενής πονοκέφαλος τάσης, προερχόμενος από τους σφιγμένους μυς του αυχένα, του μετώπου και του σιαγόνα κατά τη διάρκεια του στρες.
Δεύτερον, τα δάκρυα που παράγονται καταλήγουν εν μέρει, μέσω του ρινοδακρυϊκού πόρου, στη ρινική κοιλότητα. Εκεί αναμιγνύονται με βλέννα (η μύτη τρέχει), προκαλώντας φλεγμονή και οίδημα (πρήξιμο) στον ρινικό βλεννογόνο και τα ιγμόρεια (sinus cavities).
Η συμφόρηση των ιγμορείων (η δυσκολία αναπνοής από τη μύτη) ανεβάζει την πίεση στο εσωτερικό του προσώπου. Ο εγκέφαλος μεταφράζει αυτόν τον υπόκωφο, συνεχή πόνο ανάμεσα στα μάτια και στο μέτωπο ως γενικευμένη κούραση και ατονία.
8. Αφυδάτωση: Ο αόρατος εχθρός
Ένα παρατεταμένο ξέσπασμα κλάματος συνεπάγεται σημαντική απώλεια υγρών. Πέρα από τον εμφανή όγκο των δακρύων (ο οποίος, αν και φαντάζει μεγάλος, είναι στην πραγματικότητα μικρός σε ml), η πραγματική απώλεια συμβαίνει μέσω της άδηλης αναπνοής (hyperventilation) και της εφίδρωσης (λόγω αυξημένης θερμοκρασίας και αδρεναλίνης).
Αυτή η ήπια (αλλά απότομη) αφυδάτωση και η ταυτόχρονη απώλεια ηλεκτρολυτών (ιδίως νατρίου, το οποίο περιέχεται άφθονο στα δάκρυα), μειώνει ελαφρώς τον όγκο του πλάσματος στο αίμα.
Όταν ο όγκος του αίματος μειώνεται, η καρδιά πρέπει να χτυπά πιο γρήγορα για να διατηρήσει την αρτηριακή πίεση (αντισταθμιστική ταχυκαρδία). Η έλλειψη ενυδάτωσης επηρεάζει επίσης την ελαστικότητα των εγκεφαλικών μηνίγγων, επιδεινώνοντας τον πονοκέφαλο.
Η έλλειψη νερού και άλατος στο σύστημα δημιουργεί άμεσα το αίσθημα της νωθρότητας (lethargy). Το άτομο νιώθει “άδειο”, και τα χείλη του ή ο λαιμός του στεγνώνουν εντελώς.
9. Η επεξεργασία του συναισθηματικού φόρτου (Cognitive Load)
Ο πόνος, ειδικά ο ψυχολογικός, αποτελεί μια από τις πιο “ενεργοβόρες” λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο εγκέφαλος δουλεύει υπερωρίες για να κατανοήσει, να αναλύσει και να δώσει νόημα στο ερέθισμα που προκάλεσε το κλάμα (π.χ. πένθος, τσακωμός, ανακούφιση).
Αυτή η διαδικασία (“rumination” ή υπερανάλυση) συμβαίνει κυρίως στον προμετωπιαίο φλοιό και στον ιππόκαμπο. Τα εγκεφαλικά δίκτυα πυροδοτούν ανελέητα.
Όπως ακριβώς “καίγεται” ο εγκέφαλος μετά την επίλυση ενός πολύπλοκου μαθηματικού προβλήματος για 4 ώρες, έτσι εξαντλείται και μετά την επεξεργασία βαθιών, οδυνηρών συναισθημάτων. Τα αποθέματα γλυκόζης (ενέργειας) του εγκεφάλου εξαντλούνται (Ego Depletion / Cognitive Fatigue).
Μετά το κλάμα, ο προμετωπιαίος φλοιός μπαίνει σε φάση “συντήρησης”. Γι’ αυτό νιώθετε ότι το μυαλό σας είναι εντελώς “κενό” (blank), αδυνατώντας να παρακολουθήσετε μια τηλεοπτική εκπομπή ή να πάρετε μια λογική απόφαση (decision fatigue).
10. Ύπνος: Ο απόλυτος μηχανισμός επιδιόρθωσης
Μετά από μια κρίση κλάματος, το αίσθημα της “βαριάς νύστας” δεν είναι απλώς μια επιθυμία, αλλά μια σχεδόν παθολογική ανάγκη επιβίωσης (biological drive).
Όταν τα επίπεδα των ορμονών του στρες πέφτουν και το παρασυμπαθητικό σύστημα (“rest and digest”) αναλαμβάνει τον έλεγχο, ο εγκέφαλος διατάζει το σώμα να κοιμηθεί. Ο ύπνος είναι ο μοναδικός τρόπος για να καθαρίσει ο εγκέφαλος το χημικό χάος (μέσω του γλυμφατικού συστήματος – glymphatic clearance).
Κατά τη διάρκεια αυτού του (συνήθως) βαθύτατου ύπνου, ο οργανισμός μεταβολίζει την εναπομείνασα κορτιζόλη, αποκαθιστά τα αποθέματα νευροδιαβιβαστών (όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη) και χαλαρώνει τη συνεχή μυϊκή σύσπαση (θωράκιση) του κορμού.
Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν ότι αυτός ο “ύπνος μετά το κλάμα” είναι ένας από τους πιο “βαρείς” και δύσκολους ύπνους για να ξυπνήσεις, καθώς ο εγκέφαλος παραμένει στα στάδια Βαθέος Ύπνου (Slow Wave Sleep) για να αναρρώσει.
11. Διαφορική Διάγνωση: Συναισθηματική Εξάντληση έναντι Κλινικής Κατάθλιψης
Η ιατρική και η ψυχιατρική διαχωρίζουν την κάθαρση (το φυσιολογικό κλάμα) από την παθολογική κατάσταση (κατάθλιψη).
| Χαρακτηριστικά | Κάθαρση (Φυσιολογικό Κλάμα) | Κατάθλιψη (Κλινική Συνδρομή) |
|---|---|---|
| Αίσθηση μετά το κλάμα | Σωματική εξάντληση, αλλά συναισθηματική “ανακούφιση” ή λύτρωση (catharsis). | Συνεχές αίσθημα απελπισίας, έλλειψη ανακούφισης, το κλάμα δεν βοηθά. |
| Ανάρρωση | Μετά από έναν καλό ύπνο, το άτομο επανέρχεται λειτουργικά και συναισθηματικά. | Ο ύπνος είναι μη-αναζωογονητικός, το άτομο νιώθει “νεκρό” κάθε πρωί. |
| Σωματικά συμπτώματα | Παροδικός πονοκέφαλος, κόπωση μυών, πρήξιμο ματιών (υποχωρούν). | Χρόνιοι, διάχυτοι σωματικοί πόνοι, απάθεια, απώλεια όρεξης για μέρες. |
Η παρατήρηση του πόσο γρήγορα (και αν) ανακάμπτει το άτομο μετά το επεισόδιο είναι κρίσιμη για τη διάγνωση.
12. Ενδείξεις Κινδύνου (Red Flags)
Αν και το κλάμα είναι ένας φυσιολογικός και απολύτως υγιής μηχανισμός (η καταπίεση του οποίου προκαλεί σοβαρά ψυχοσωματικά προβλήματα), ορισμένα συνοδά συμπτώματα χρήζουν άμεσης ψυχιατρικής ή ιατρικής αξιολόγησης.
Εάν η εξάντληση μετά το κλάμα συνοδεύεται από κρίση πανικού που δεν λέει να υποχωρήσει, αδυναμία αναπνοής (αίσθημα πνιγμού ή οξύ πόνο στο στήθος), τότε το συμπαθητικό νευρικό σύστημα έχει “κολλήσει” στη λειτουργία του πανικού. Η κατάσταση αυτή μοιάζει επικίνδυνα με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.
Επιπλέον, εάν το κλάμα δεν προσφέρει καμία κάθαρση, συμβαίνει σε καθημερινή βάση, και ακολουθείται από επικίνδυνες σκέψεις (επιθυμία για αυτοτραυματισμό ή ιδεασμός τερματισμού της ζωής ως λύση για τη διακοπή του πόνου), η κατάσταση υπερβαίνει τη “θλίψη”.
Αυτό αποτελεί ψυχιατρικό επείγον (Severe Depressive Episode) και απαιτεί άμεση κλήση σε υποστηρικτική γραμμή ή μετάβαση στον πλησιέστερο ιατρό, καθώς η εξάντληση του εγκεφάλου έχει οδηγήσει σε κατάρρευση των μηχανισμών προστασίας του εαυτού (survival instinct).
13. Στρατηγικές ανάρρωσης (Aftercare)
Αντιμετωπίστε την εξάντληση μετά το κλάμα όπως ακριβώς θα αντιμετωπίζατε μια ανάρρωση από έντονη σωματική άσκηση ή ασθένεια. Η αποκατάσταση της χημικής ισορροπίας (Homeostasis) είναι η προτεραιότητα.
– Άμεση Ενυδάτωση: Πιείτε 1-2 ποτήρια κρύο νερό. Το νερό βοηθά στην αναπλήρωση της απώλειας των δακρύων, ρίχνει την κεντρική θερμοκρασία του σώματος και ανακουφίζει από τη ζάλη. Η προσθήκη λίγου αλατιού ή ζάχαρης (ηλεκτρολύτες) επαναφέρει πιο γρήγορα την πίεση.
– Κρύα Επιθέματα: Η τοποθέτηση κρύων κομπρεσών (ή πάγου τυλιγμένου σε πετσέτα) στα πρησμένα μάτια και πίσω στον αυχένα, διεγείρει το πνευμονογαστρικό νεύρο (Καταδυτικό Αντανακλαστικό). Αυτό ρίχνει τον καρδιακό ρυθμό αμέσως και καταστέλλει το πρήξιμο των ιγμορείων.
– Περιορισμός Αισθητηριακού Θορύβου: Ο εγκέφαλος έχει ήδη υπερφορτωθεί (sensory overload). Κλείστε τις οθόνες (TV, κινητό) και τα έντονα φώτα. Δώστε στον εαυτό σας το δικαίωμα (permission) να κοιμηθεί για τουλάχιστον 30 με 60 λεπτά, ή απλώς να μείνει ακίνητος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
14. Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
1. Είναι “καλό” να κλαίμε, αφού μετά νιώθουμε τόσο διαλυμένοι;
Απολύτως! Τα δάκρυα αποβάλλουν τις ορμόνες του στρες (ACTH) και ενισχύουν την έκκριση ενδορφινών. Αν καταπιέσετε το κλάμα, όλη αυτή η κορτιζόλη παραμένει στο αίμα, προκαλώντας χρόνιο άγχος, υψηλή πίεση και ψυχοσωματικά νοσήματα. Η κούραση είναι η “παρενέργεια” της επιτυχούς θεραπείας.
2. Γιατί πρήζονται και κοκκινίζουν τόσο πολύ τα μάτια μου;
Το κλάμα αυξάνει ραγδαία την κυκλοφορία του αίματος στα αιμοφόρα αγγεία γύρω από τα μάτια. Επιπλέον, το συνεχές σκούπισμα ή τρίψιμο των ματιών δημιουργεί τοπική φλεγμονή και ελαφρύ οίδημα (κατακράτηση υγρών).
3. Πώς εξηγείται ο “κόμπος” στο λαιμό; Είναι επικίνδυνος;
Ονομάζεται ιατρικά «globus sensation». Στην πραγματικότητα, το αυτόνομο νευρικό σύστημα προσπαθεί να κρατήσει τη γλωττίδα (τις φωνητικές χορδές) ανοιχτή για να πάρετε περισσότερο οξυγόνο, ενώ οι μύες του λαιμού σφίγγονται για να καταπιείτε. Αυτή η μυϊκή σύγκρουση δεν είναι επικίνδυνη.
4. Γιατί μερικές φορές κλαίω και δεν νιώθω καμία ανακούφιση;
Αν το πρόβλημα που προκάλεσε το κλάμα παραμένει μια συνεχιζόμενη, άλυτη απειλή (π.χ. χρόνιο στρες), το σώμα δεν μπορεί να μπει σε φάση χαλάρωσης (“rest and digest”). Η αδρεναλίνη παραμένει ψηλά.
5. Μπορεί το έντονο κλάμα να μου προκαλέσει λιποθυμία;
Ναι. Ο υπεραερισμός (γρήγορη αναπνοή) οδηγεί σε μείωση του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα (αναπνευστική αλκάλωση), στένωση των αγγείων του εγκεφάλου και προσωρινή ζάλη ή συγκοπή (λιποθυμία). Πάρτε αργές ανάσες.
6. Βοηθάει να φάω κάτι γλυκό (σοκολάτα) μετά;
Ναι, αλλά με μέτρο. Μια μικρή ποσότητα ζάχαρης αναπληρώνει την ενέργεια που έκαψε ο εγκέφαλος (γλυκόζη) και αυξάνει παροδικά τη σεροτονίνη. Όμως, η υπερκατανάλωση θα φέρει “sugar crash”, επιδεινώνοντας τον λήθαργο αργότερα.
7. Τι να κάνω αν κλαίω κάθε μέρα και δεν έχω αντοχές για τίποτα;
Το καθημερινό, εξουθενωτικό κλάμα, που μειώνει την ικανότητά σας να εργαστείτε ή να φροντίσετε τον εαυτό σας, υπερβαίνει τα όρια της φυσιολογικής θλίψης (grief) και συχνά αποτελεί το κύριο σύμπτωμα κλινικής κατάθλιψης. Απαιτείται εκτίμηση από ειδικό ψυχικής υγείας.
15. Βιβλιογραφία
- Vingerhoets AJ, et al. The functions of crying: a review. Clin Psychol Rev. 2013.
- Bylsma LM, et al. The neurobiology of human crying. Clin Auton Res. 2011.
- Gross JJ. Emotion regulation: affective, cognitive, and social consequences. Psychophysiology. 2002.
Αποποίηση ευθύνης: Το περιεχόμενο προορίζεται για ενημέρωση και δεν αντικαθιστά ιατρική συμβουλή. Πάντα να συμβουλεύεστε τον γιατρό σας για εξατομικευμένη θεραπεία.




